Βελκουλέσκου: Υπήρχε συμφωνία με την Ελληνική κυβέρνηση για ταβάνι του χρέους

imagehandler-1

«Συμφωνήθηκε με τις ελληνικές αρχές, Υπήρχε συμφωνία και συνεννόηση για αυτό», υποστήριξε η επικεφαλής της Αποστολής του ΔΝΤ για την Ελλάδα, κ. Ντέλια Βελκουλέσκου, για το μείζον θέμα που δημιουργήθηκε και αφορούσε το λεγόμενο «ταβάνι» του ελληνικού χρέους, αλλά και την μεταφορά του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης σε αυτό της κεντρικής.

Δεν έγινε μονομερώς, είπε η κ. Βελκουλέσκου, η οποία έκρινε το ελληνικό χρέος μη βιώσιμο, αλλά σε συνεννόηση με την Αθήνα η οποία και συμφώνησε με το ΔΝΤ. Η ελληνική κυβέρνηση δεσμεύθηκε ότι δεν θα πράξει οτιδήποτε που θα αυξήσει το χρέος.

Η επικεφαλής της Αποστολής του ΔΝΤ δήλωσε ότι δεν αποφασίστηκε χρονοδιάγραμμα για τη συζήτηση του χρέους με την «κατ΄αρχήν» συμφωνία. Έτσι στην ουσία δεν θα δοθεί προθεσμία στους Ευρωπαίους για να αποφασίσουν εάν θα μειώσουν το χρέος της Ελλάδας. Και δικαιολόγησε την παράλειψη αυτή με τον ισχυρισμό ότι θα αποφευχθούν προσδοκίες, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν αναταραχές στις αγορές.

Η κ. Βελσκουλέσκου υποστήριξε ότι σύντομα θα επιτευχθεί συμφωνία με τους Ευρωπαίους για τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα δράσουν ρεαλιστικά και θα αντιληφθούν πως πρέπει να γίνει.

Η αξιωματούχος του Ταμείου, που εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας της κατ’ αρχήν συμφωνίας, είπε ότι θα απαιτηθεί νέα έγκριση του Δ.Σ. του ΔΝΤ και νέα ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους για να εκταμιευθούν τα 1,6 δις ευρώ που έγκρινε χθες το Ταμείο.

Σύμφωνα με την κ. Βελκουλέσκου η συμφωνία θα ισχύσει όταν το ΔΝΤ λάβει διαβεβαιώσεις από τους Ευρωπαίους, οι οποίες θα είναι συγκεκριμένες και αξιόπιστες, και θα διασφαλίζουν ότι εξασφαλίζεται η βιωσιμότητα του χρέους και ότι εφαρμόζονται οι μεταρρυμίσεις από την ελληνική κυβέρνηση. Πρόκειται βασικά για την πολιτική των δύο πυλώνων: Μεταρρυθμίσεις από την Ελλάδα, ελάφρυνση χρέους από τους Ευρωπαίους δανειστές.

Στην εισαγωγική της ομιλία η επικεφαλής της Αποστολής αναφέρθηκε στα νομοσχέδια που ψήφισε η κυβέρνηση με σημαντικές, όπως είπε, μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό και το φορολογικό. Είπε ότι αναμένει ότι τα μέτρα θα βοηθήσουν στη στήριξη του φιλόδοξου μεσοπρόθεσμου στόχου για πρωτογενή πλεόνασμα ύψους 3,5% του ΑΕΠ την τριετία 2019-22. Το ΔΝΤ δεν συμφωνεί με τη διευθέτηση αυτή, αλλά δεν θέλησε να μπλοκάρει τη συμφωνία με το θέμα αυτό. Επίσης ζήτησε όπως μετά το 2022, να επιτραπεί η μείωση του πλεονάσματος στο 1,5%, ώστε να αυξηθούν οι δημοσιες επενδύσεις, να υποχωρήσουν οι φόροι και να στηριχθεί η απασχόληση και η ανάπτυξη.

«Το χρέος της Ελλάδας παραμένει μη βιώσιμο», είπε η κ. Βελκουλέσκου και συνέχισε: «Μια στρατηγική μείωσης του χρέους που βασίζεται στη διατήρηση πρωτοφανών πρωτογενών πλεονασμάτων ή υψηλών ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ για παρατεταμένες χρονικές περιόδους δεν είναι αξιόπιστη, ακόμη και με πλήρη εφαρμογή των προγραμματισμένων πολιτικών», σημείωσε.

Η επικεφαλής του Ταμείου πιστεύει ότι θα καταλήξουν σύντομα σε συμφωνία με τους Ευρωπαίους για την ελάφρυνση του χρέους.

Αυτό που έχει σημασία για το Ταμείο είναι η πλήρης και έγκαιρη υλοποίηση του ελληνικού προγράμματος, ώστε να στηριχθεί η εμπιστοσύνη και η αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές. Αυτό θα βοηθήσει στην άρση των capital controls πριν από τον Αύγουστο του 2018, με την εκπνοή του Προγράμματος.

Η κ. Βελσκουλέσκου ήταν απόλυτη ότι «υπάρχουν καλές προσδοκίες για να φθάσουμε σε συμφωνία». Μίλησε για προχωρημένες συζητήσεις που έχει το Ταμείο με τους Ευρωπαίος για το χρέος.

Το διοικητικό συμβούλιο του ΔΝΤ  πάντως ενέκρινε  την επί της αρχής συμφωνία για την Ελλάδα, και έτσι θα λάβει μέρος στο Ελληνικό Πρόγραμμα μέχρι τον Αύγουστο του 2018. Όλοι οι αντιπρόσωποι υποστήριξαν τη συμφωνία, αλλά υπέβαλαν ερωτήσεις για τον τρόπο υλοποίησής της. Επίσης όλοι ήταν υποστηρικτικοί προς την Ελλάδα και ζήτησαν μαζί με τις μεταρρυθμίσεις να υλοποιηθεί και η υπόσχεση για την ελάφρυνση του χρέους.

Προβληματισμός στην Αθήνα 

Τα μηνύματα του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και των αγορών βάζει «στο ζύγι» τις ώρες αυτές η κυβέρνηση, προκειμένου να «πυροδοτήσει» την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές. Τις αποφάσεις θα καθορίσουν τεχνικά κριτήρια όπως το επιτόκιο της έκδοση ενός νέου 5ετούς ομολόγου που σχεδιάζει το οικονομικό επιτελείο, αλλά και στρατηγικής σημασίας ζητήματα όπως η ανάγκη να αποφευχθεί να σταλεί ένα λάθος μήνυμα στις αγορές.

Η κυβέρνηση αναζητεί το σωστό timing και ο εκπρόσωπός της, κύριος Δημήτρης Τζανακόπουλος, δηλώνει ότι δεν θα αποφασίσει υπό την πίεση «φημολογίας ή φιλολογίας». Προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα σε όσα λένε ΔΝΤ και ΕΚΤ για το εγχείρημα, η Αθήνα θέτει δύο κριτήρια: «η βέλτιστη διαχείριση του δημόσιου χρέους και η προετοιμασία του εδάφους ώστε τον Αύγουστο του 2018 να έχουμε πετύχει την οριστική έξοδο στις αγορές» όπως τόνισε χθες ο κύριος Τζανακόπουλος, προσθέτοντας πως «όταν η κυβέρνηση εκτιμήσει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για την πρώτη έξοδο στις αγορές, θα κάνει το βήμα».

Πολλά θα εξαρτηθούν από τον αντίκτυπο που θα έχει η έκθεση βιωσιμότητος του ελληνικού χρέους από το ΔΝΤ, η οποία συνοδεύει την απόφαση του Ταμείου να μετάσχει με δάνειο 1,6 δισ. ευρώ στο ελληνικό πρόγραμμα. Επί της αρχής πάντως, η Αθήνα εκτιμά πως το «ταβάνι» χρέους που έθεσε από προχθές ήδη το ΔΝΤ, δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο. Υπολογίζει ότι το χρέος κεντρικής κυβέρνησης που ήταν στα 326,8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2016, έχει μειωθεί ήδη στα 320,8 δισ. ευρώ επειδή από τότε μέχρι και σήμερα αποπληρώθηκαν σχεδόν 6 δισ. ευρώ για παλαιά ομόλογα που έληξαν. Θεωρεί επομένως πως έχει έναν «αέρα» τουλάχιστον 4 δισ. ευρώ (ως τα 325 δισ. ευρώ) που μπορεί να τα ζητήσει από τις αγορές χωρίς να παραβιάσει την «οροφή» που θέτει το ΔΝΤ στο χρέος. Επιπλέον, αν επιλεγεί η οδός της ανταλλαγής των 5ετών ομολόγων που εκδόθηκαν το 2014 επί Σαμαρά, το συνολικό χρέος δεν αυξάνεται, εφόσον πετύχει τουλάχιστον ίδιους ή καλύτερους όρους αναχρηματοδότησης του δανείου αυτού.

Από την άλλη, η κυβέρνηση «διαβάζει» και το μήνυμα του επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι, που δήλωσε χθες ότι «η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές πρέπει να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής και να γίνει με μόνιμο τρόπο».

Η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές θα πρέπει να γίνει με «λογικό» επιτόκιο και με τρόπο που θα διασφαλίζει ότι το εγχείρημα θα έχει συνέχεια, είναι η θέση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας  όπως εκφράστηκε από τον διοικητή της ΤτΕ, κύριο Γιάννη Στουρνάρα, στην τελευταία συνεδρίαση του Γενικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Εκείνο που για την ΕΚΤ έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η εφαρμογή του προγράμματος με συνέπεια, ώστε να πεισθούν οι αγορές για την προοπτική εξόδου της οικονομίας από την κρίση.

Πηγη protothema.gr