ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΤΣΕΚΟΣ

Σοσιαλδημοκρατία και Νεοφιλελευθερισμός

Προσφάτως δύο προβεβλημένα στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η κα Νίκη Κεραμέως και ο κος Κωστής Χατζηδάκης  έκριναν σκόπιμο να παρέμβουν δημοσίως υπερασπιζόμενοι την Αριστερά. Αντιστοίχως ένας ακόμη φέρελπις και κατά τεκμήριο δυναμικός πολιτικός της συντηρητικής παράταξης, ο κος Κώστας  Μπακογιάννης, επέλεξε να δηλώσει, το προφανές, ότι τα προβλήματα της χώρας  δεν ξεκίνησαν τον Γενάρη του 2015, δεν τα δημιούργησε δηλαδή καθ’ ολοκληρίαν η κυβερνώσα αριστερή παράταξη «μην τρελαθούμε κιόλας».

Πρόκειται για σπανιότατες το τελευταίο διάστημα δημόσιες τοποθετήσεις ,  πέραν του στενού φιλοκυβερνητικού χώρου,  μη επικριτικές  προς την αριστερά. Γιατί όμως εκ δεξιών  αντιπολιτευόμενα επώνυμα στελέχη κρίνουν ότι απαιτείται μια κάποια εξισορρόπηση της δημόσιας εικόνας της αριστεράς; Γιατί η αριστερά χρήζει της μεγαθυμίας των πολιτικών της αντιπάλων; Πως φθάσαμε στο σημείο η αριστερή ιδεολογία, το ευρύτερο σύστημα αξιών και η πολιτική της πρακτική, που  κυριάρχησαν από  την μεταπολίτευση  έως πρόσφατα,  να απαξιωθούν σε τέτοιο βαθμό;

Το μεγάλο μέρος της ευθύνης  βαραίνει ασφαλώς τους ακραίους του ΣΥΡΙΖΑ  – τους (ευτυχώς) αποχωρήσαντες αλλά δυστυχώς και αρκετούς από τους παραμένοντες – που κατόρθωσαν σε χρόνο ρεκόρ να απαξιώσουν τον όρο αριστερά ταυτίζοντάς τον με πολλά  από τα αρνητικά στοιχεία που  αναπτύχθηκαν ιστορικά στον κορμό και τις παρυφές αυτού του ευρέως, σύνθετου και πολύμορφου ιδεολογικού πεδίου .

Ευθύνες έχει όμως μια όχι ευκαταφρονητη μερίδα της δημοκρατικής, σοσιαλιστικής και ανανεωτικής αριστεράς:

– Διότι απεμπόλησε την ιστορική της κληρονομιά και το ίδιο της το όνομα ως εκλογικά βαρίδια αναζητώντας σωσίβιο στη δημιουργία ενός σοσιαλ-φιλελεύθερου σχήματος.

– Διότι συγχέει τον πολιτικό με τον οικονομικό φιλελευθερισμό.

– Διότι φλερτάρει ανοιχτά με την ιδέα να συμπαραταχθεί με τον ιστορικά δομικό ιδεολογικό της αντίπαλο, τον νεοφιλελευθερισμό, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για το ότι έτσι αυτοκαταργείται και αφήνει τον χώρο ελεύθερο στις δυνάμεις του αριστερού λαϊκισμού και του δογματισμού.

– Διότι μοιάζει να μην έχει άλλες «καινοτόμες» ιδέες πέραν από την αγορά, τις ιδιωτικοποιήσεις και την μείωση της φορολογίας, δηλαδή τα κύρια συνθήματα των αντιπάλων της.

– Διότι συγχρωτίζεται και συνυπάρχει στα social media με σχολιαστές που υποστηρίζουν πως η αριστερά είναι εγκληματική οργάνωση και ότι σοσιαλδημοκρατία σημαίνει να «παριστάνεις τον ανθρωπιστή με τα λεφτά των άλλων».

Όλα τούτα πέραν του ότι απαξιώνουν τους αγώνες και τις ιστορικές κατακτήσεις της δημοκρατικής σοσιαλιστική αριστερας, πέραν του ότι αφήνουν την ελληνική (αλλά ευρύτερα και την ευρωπαϊκή) κοινωνία ανυπεράσπιστη απέναντι σε αποτυχημένες και κοινωνικά επικίνδυνες τόσο νεοφιλελεύθερες όσο και λαϊκίστικες  πολιτικές, αποτελούν συνταγή βέβαιης εκλογικής συντριβής και εξαφάνισης

Εγκαταλείποντας το διαίτερο ιδεολογικό και πολιτικό στίγμα τους και στοιχιζόμενοι πίσω από συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές οι δημοκράτες σοσιαλιστές και οι κεντρο-αριστεροί διαπράττουν ιστορικό σφάλμα. Ή,  κατ ακρίβεια, επαναλαμβάνουν το ιστορικό σφάλμα που διέπραξαν από την δεκαετία του ’90 με τις πολιτικές των Μπλαιρ και Σρέντερ οι οποίες οδήγησαν την σοσιαλδημοκρατία στην συνεχιζόμενη παρακμή της.

Βέβαια, όπως και με τον λαϊκισμό, θα πρέπει να ορίσουμε συγκεκριμένα και συσταλτικά και τον νεοφιλελευθερισμό ο οποίος ενίοτε χρησιμοποιείται από κεκτημένα συμφέροντα ως πρόσχημα εναντίωσης σε μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν και καθιστούν βιώσιμο το δημόσιο αγαθό ή εξορθολογίζουν την παραγωγική διαδικασία και την αγορά.

Θα πρέπει πχ συμφωνήσουμε ότι το να περιορίζεις  τις παράλογες συντάξεις σε πενηντάχρονους δεν είναι νεοφιλελευθερισμός, είναι εξορθολογισμός του συνταξιοδοτικού συστήματος . Θα πρέπει όμως να συμφωνήσουμε και στο τι είναι τελικά ο νεοφιλελευθερισμός και πως τοποθετούμαστε απέναντί του. Ας το επιχειρήσουμε εδώ περιγραφικά.

Νεοφιλελευθερισμός είναι:

– Η ελάχιστοποίηση της φορολογίας των υπερκερδών που οδηγεί σε υπερ-συσσώρευση πλούτου σε μια ελάχιστη μερίδα του παγκόσμιου πληθυσμού.

– Η αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων οι οποία οδηγεί σε αμοιβές πείνας που δεν επιτρέπουν στους νέους ανθρώπους να  δημιουργήσουν καν οικογένεια.

– Η μείωση των κοινωνικών δαπανών που διαλύει τις δημόσιες υποδομές και τις υποκαθιστά με προγράμματα… φιλανθρωπίας όπως το Great Society των Βρετανών Συντηρητικών.

– Η άρνηση ελέγχου του χρηματοπιστωτικού παρασιτισμού και του περιορισμού του καπιταλισμού – καζίνο που αποδιαρθρώνει την παραγωγική οικονομία.

– Η άρνηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη και η απόρριψη κάθε περιβαλλοντικού περιορισμού και ελέγχου στο όνομα της ανταγωνιστικότητας.

–  Η υποτίμηση του ρόλου του στρατηγικού σχεδιασμού της δημόσιας δράσης και η υποκατάστασή του από τα «παράθυρα ευκαιρίας» και τους αγοραίους αυτοματισμούς.

– Η επικυριαρχία η, τέλος, των ανεξέλεγκτων αγορών  απέναντι στις δημοκρατικές διαδικασίες και τους θεσμούς

Αυτές οι βασικές διαστάσεις του νεοφιλελεύθερου προγράμματος  αντιστρατεύονται τις στοιχειώδεις ανθρωπιστικές, κοινωνικές και αειφορικές το αξίες της σοσιαλδημοκρατικής ιδεολογίας.

Τα παραπάνω στοιχεία είναι βέβαια οι αρνητικές  συνέπειες πολιτικών που ασκούνται αλλά δεν εξαγγέλονται και δεν υποστηρίζονται δημόσια . Αντίθετα και οι πλέον ακραίοι νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί θα απορρίψουν μετά βδελυγμίας όλα τα παραπάνω και θα νομιμοποιήσουν τις ίδιες αυτές πολιτικές με γενικές αναφορές στις pro-market και  pro- business αξίες , την ελευθερία των επιλογών, την ευελιξία κλπ. Ούτε καν  ο όρος νεοφιλελευθερισμός δεν γίνεται αποδεκτός από τους υποστηρικτές των πολιτικών αυτών ενώ η όποια  κριτική τους επιχειρείται να εκτεθεί ως εναντίωση στην  ελεύθερη αγορά και την επιχειρηματικότητα.

 Αυτή η νομιμοποιητική μεταμφίεση και η συγκεκαλυμμενη προώθηση είναι μια από τις δύο αιτίες για τις οποίες τα εκλογικά σώματα επείσθησαν και κυριάρχησαν οι σε τελική ανάλυση αντικοινωνικές αυτές ιδέες διεθνώς. Η δεύτερη αιτία είναι ακριβώς το ότι  η σοσιαλδημοκρατία αποδέχτηκε το δόγμα ΤΙΝΑ (There is no Alternative) και απεμπόλησε τον ιστορικό της ρόλο. Το να επιμείνει λοιπόν στην στρατηγική αυτή που ήδη την οδήγησε στην παρακμή, και μάλιστα στις τρέχουσες ριζικά διαφορετικές συνθήκες ισοδυναμεί με πολιτική αυτοκτονία

 Για να επιβιώσει και να ενισχυθεί η σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να επεξεργαστεί έναν σύγχρονο πολιτικό λόγο που θα την διαφοροποιεί και από τον οικονομικό φιλελευθερισμό και από τον λαϊκισμό. Και αυτό είναι κάτι που αφορά τον αξιακό της πυρήνα και δεν είναι ζήτημα τακτικής ή στρατηγικής.

Related Posts

Σοσιαλδημοκρατία και Νεοφιλελευθερισμός

Προσφάτως δύο προβεβλημένα στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η κα Νίκη Κεραμέως και ο κος Κωστής Χατζηδάκης …