ΚΩΣΤΑΣ ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ

Ανάγκη ενίσχυσης των περιφερειακών ΜΜΕ

Λάρισα, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Το ελληνικό κράτος είναι παθολογικά εθνοκεντρικό. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Αττική ανέρχεται περίπου στα 22.000 ευρώ, ενώ όλες οι υπόλοιπες περιφέρειες της χώρας βρίσκονται πολύ πιο κάτω, οι περισσότερες από αυτές περίπου στις 12.000-13.000 ευρώ, και έτσι καταλήγουμε στον εθνικό μέσο όρο των περίπου 16.000 ευρώ. Στην Αττική κατοικεί κατά προσέγγιση το 35% του πληθυσμού, το οποίο απορροφά σχεδόν 48% του συνολικού εθνικού εισοδήματος. Πρόκειται για έναν υδροκεφαλισμό που πρέπει να αντιμετωπιστεί αποφασιστικά με μεταφορά δραστηριοτήτων και πόρων από το κέντρο προς την περιφέρεια, εφόσον θέλουμε να καταστεί μακροπρόθεσμα βιώσιμη από οικονομική, αλλά και κοινωνική άποψη η χώρα μας.

Στην εθνική προσπάθεια για αποκέντρωση, η οποία πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο ενός συνολικού μακροπρόθεσμου (σε ορίζοντα τουλάχιστον μιας δεκαετίας) σχεδιασμού παραγωγικής ανασυγκρότησης, κρίσιμος είναι ο ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν τα περιφερειακά και τοπικά ΜΜΕ, τα οποία πρέπει να ενταχθούν σ’ ένα νέο μοντέλο πληροφόρησης διδασκόμενα από τα λάθη των εθνικών ΜΜΕ, τα οποία είναι αθηνοκεντρικά.  Εφόσον τα ΜΜΕ μπαίνουν καθημερινά σε όλο και περισσότερα σπίτια, η είδηση πρέπει να είναι πάντα αξιόπιστη και να τηρούνται οι κανόνες δεοντολογίας.

Κατά τις 2 τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται μάλιστα ότι τα περιφερειακά ΜΜΕ έχουν αποκτήσει μεγάλη τοπική διείσδυση, δημοτικότητα και δημοφιλία στις περιοχές τους. Έχουν αποκλειστικότητες που δεν θα βρουν ποτέ οι κάτοικοι της περιφέρειας σε κανένα άλλο ΜΜΕ, ενώ ταυτόχρονα δίνουν την ευκαιρία στο κοινό τους να προβάλει τα δικά του ιδιαίτερα προβλήματα, αλλά και τις δικές του παραδόσεις και ρίζες. Έρευνες καταγράφουν ότι περίπου τρεις στους πέντε κατοίκους της περιφέρειας παρακολουθούν καθημερινά τουλάχιστον ένα «δικό τους» ΜΜΕ.

Έχει αποδειχτεί ότι τα περιφερειακά μέσα ενθαρρύνουν το διάλογο και τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών σε καίρια ζητήματα. Συνιστούν συνεπώς απαραίτητο στοιχείο για τη δημοκρατική λειτουργία των τοπικών και περιφερειακών κοινοτήτων. Παράλληλα, ο ρόλος τους είναι συνεκτικός, καθώς μέσω της ενημέρωσης που παρέχουν στις τοπικές κοινωνίες αποτελούν σταθερό και αξιόπιστο δίαυλο επικοινωνίας των περιφερειών με την κεντρικούς φορείς αποφάσεων σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πέραν τούτων, τα περιφερειακά ΜΜΕ στηρίζουν και αναδεικνύουν τις πολιτιστικές δραστηριότητες των τοπικών κοινωνιών, καλύπτουν εν γένει τη ζωή των τοπικών κοινοτήτων, φωτίζοντας τις αξίες, την ιστορία τους και άγνωστες στο ευρύ κοινό πτυχές τους. Συμβάλλουν έτσι αποφασιστικά στη σύνδεση των κοινωνιών μεταξύ τους, στην αλληλοκατανόηση των τοπικών ιδιομορφιών, των εγχώριων προβλημάτων, στην καλύτερη συνεργασία των εκάστοτε αρμόδιων φορέων και τελικά στην αποτελεσματική επίλυση αυτών των προβλημάτων. Όχι σπάνια συμβάλλουν στη γέννηση δυναμικών προοπτικών στην κοινωνικοοικονομική ζωή των περιφερειών, καθώς δίνουν τη δυνατότητα στις τοπικές επιχειρήσεις να προβληθούν με ένα λογικό κόστος,  δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και διαμορφώνουν κλίμα εμπιστοσύνης και οικειότητας στους πολίτες. Κατά κανόνα οι τοπικές κοινότητες αισθάνονται ότι τα περιφερειακά ΜΜΕ απευθύνονται σε αυτούς και τους αντιπροσωπεύουν σε ό,τι αφορά τα θέματα που τις απασχολούν.

Κινητήριος μοχλός της δημοκρατικής λειτουργίας των περιφερειακών ΜΜΕ είναι η τοπική δημοσιογραφία. Αυτή οφείλει να δρα με συνείδηση της κοινωνικής της ευθύνης, αλλά και με τη μεγαλύτερη κατά το δυνατό ηθική και οικονομική ανεξαρτησία, ώστε να εξασφαλίζεται αντικειμενικότητα στην ενημέρωση των πολιτών.

(Οι αδυναμίες της Ελλάδας)

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα η σημασία της ανάπτυξης των περιφερειακών ΜΜΕ αποκτά ιδιαίτερη αξία, καθώς έρευνες έχουν καταδείξει ότι η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλά σε σχέση με τις χώρες της Ευρώπης στον τομέα της πολυφωνίας και της ανεξαρτησίας των ΜΜΕ. Είναι ενδεικτικό, σύμφωνα με σχετικές έρευνες, ότι οι εργοδότες των ελληνικών ΜΜΕ παρεμβαίνουν συχνά στο έργο των εργαζομένων στα ΜΜΕ, ενώ τα ελληνικά ΜΜΕ χαρακτηρίζονται σε μεγάλο βαθμό για την πολιτική τους μεροληψία.

Η Ελλάδα παρουσιάζει επίσης υψηλούς δείκτες επικινδυνότητας σε ό,τι αφορά τη διαπλοκή ιδιοκτητών ΜΜΕ με την πολιτική εξουσία, αλλά και το βαθμό ανεξαρτησίας των δημοσίων υπηρεσιών ενημέρωσης, καθώς η χορήγηση αδειών σε αυτές τις υπηρεσίες γίνεται δίχως δημόσια διαβούλευση. Είναι ενδεικτικό ότι η Ελλάδα διαθέτει μόνο ένα εθνικό πρακτορείο ειδήσεων, που βρίσκεται στην ιδιοκτησία της κυβέρνησης, ενώ η κυβέρνηση αναμειγνύεται τόσο στο διορισμό του προσωπικού όσο και στη διαμόρφωση της συντακτικής πολιτικής.

Παράλληλα, η κρατική ραδιοτηλεόραση δεν παρέχει ελάχιστες ποσοστώσεις υπέρ των τοπικών ή περιφερειακών κοινοτήτων στην παραγωγή και διανομή του προγράμματός της, ενώ το ποσοστό συμμετοχής των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης στην κατανομή της συνολικής διαφημιστικής δαπάνης του ευρύτερου δημοσίου είναι τουλάχιστον 30%. Σε περίπτωση όμως που δεν τηρηθεί το προβλεπόμενο ελάχιστο ποσοστό, επιβάλλεται απλώς από τον Υπουργό Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης στον υπόχρεο φορέα του ευρύτερου δημοσίου τομέα διοικητικό πρόστιμο ισόποσο με τη διαφημιστική δαπάνη που υπολείπεται προς συμπλήρωση του ανωτέρω ποσοστού συμμετοχής. (άρθρο 17 παρ. 2 ν. 4487/2017). Δεν παρέχεται επίσης δυνατότητα στην Περιφέρεια ως προς την επιλογή δικών της ανταποκριτών, ούτε προβλέπεται αναλογική ποσόστωση στην πρόσληψη δημοσιογράφων, ώστε να προέρχονται σε παναλογική ισορροπία από όλες τις γεωγραφικές περιφέρειες της χώρας.

(Η ευρωπαϊκή εμπειρία)

Είναι δεδομένο ότι οικονομική κρίση από το 2008 έπληξε πανευρωπαϊκά σε μεγάλο βαθμό τον τομέα του τύπου και ιδίως του τοπικού. Υπήρξε αισθητή μείωση τόσο του αριθμού των εκδιδόμενων εφημερίδων όσο και των πωλήσεων τους. Προσπαθώντας να αντιδράσουν σε αυτό το πλήγμα τα ευρωπαϊκά κράτη έλαβαν μέτρα στήριξης αυτού του τομέα, κυρίως με άμεσες ή έμμεσες επιδοτήσεις με στόχο τη διευκόλυνση της παραγωγής και της διανομής εφημερίδων. Σε γενικές γραμμές παρατηρείται ότι τα κράτη μέλη είναι απρόθυμα στην παροχή άμεσης στήριξης στον τομέα του τύπου (με εξαίρεση τη Γαλλία, την Ιταλία και τη Σουηδία). Συνήθως ενισχύουν τις τοπικές εφημερίδες με τη θέσπιση μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ ή μειωμένων ταχυδρομικών τελών. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο συντελεστής ΦΠΑ για τις εφημερίδες στο Βέλγιο είναι μηδενικός, στη Γαλλία 2,1%, στην Ιταλία 4%, στη Σουηδία 6%, στη Γερμανία 7% και στην Εσθονία 9%. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η ΕΕ δεν έχει ως τώρα καταρτίσει μια ενιαία πολιτική για τη στήριξη του τύπου.

Ως προς τις βέλτιστες πρακτικές για την ενίσχυση του δημοσιογραφικού τύπου και εν γένει της πολυφωνίας και της καινοτομίας, ιδίως στα δημοσιογραφικά μέσα, ενημέρωσης αξίζει να αναφερθεί ότι στην Ολλανδία ήδη από το 1974 έχει ιδρυθεί κρατικό ταμείο για την οικονομική ενίσχυση, ιδίως μικρών εφημερίδων, που αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης. Το ταμείο αυτό, λειτουργεί – σε κάποιο βαθμό – ως ανάχωμα στην συγκέντρωση του τύπου σε λίγους ιδιοκτήτες. Το εν λόγω ταμείο στοχεύει στην υποστήριξη καινοτόμων δράσεων, ιδίως μικρών δημοσιογραφικών μέσων και αντίστοιχων επιχειρήσεων που βρίσκονται σε αρχικό στάδιο σύστασης, καθώς δε διαθέτουν την απαραίτητη εμπειρία και τις απαραίτητες οικονομικές πηγές για την ανάπτυξή τους. Παράλληλα, το ταμείο παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες και οργανώνει σεμινάρια και ημερίδες που στοχεύουν στην εκπαίδευση και ενημέρωση των ενδιαφερόμενων, ώστε να τους εμπνεύσουν και καθοδηγήσουν στην ανάπτυξη νέων καινοτόμων δράσεων.

Ομοίως και το Ηνωμένο Βασίλειο επενδύει σημαντικά ποσά στην υποστήριξη της εκπαίδευσης προσωπικού σε ψηφιακά συστήματα μέσων ενημέρωσης, στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας μικρών μέσων ενημέρωσης, στην υποστήριξη καινοτόμων δικτύων μέσων ενημέρωσης, αλλά και της παραγωγής και διανομής προγραμμάτων που προβάλλουν τον πολιτισμό και την τέχνη. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη στήριξη της εξαγωγής οπτικοακουστικών προϊόντων στο εξωτερικό.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην προσπάθεια της να ενισχύσει την πολυφωνία  και τον υγιή ανταγωνισμό έντυπων μέσων ενημέρωσης θέτει φραγμούς στη κρατική χρηματοδότηση μεγάλων συγκροτημάτων τύπου, προς όφελος μικρότερων συγκροτημάτων. Αυτό συνέβη π.χ. σε σχετική υπόθεση που αφορούσε υψηλή χρηματοδότηση της δεύτερης σε πωλήσεις εφημερίδας της Σουηδίας από το σουηδικό κράτος με αποτέλεσμα τα περιφερειακά μέσα να αποστερούνται πόρους επιδότησης.

Σε γενικές γραμμές, η ευρωπαϊκή εμπειρία έχει καταδείξει ότι το είδος των πολιτικών για την ενίσχυση της καινοτομίες και πολυφωνίας στα ΜΜΕ, καθώς και τα αποτελέσματα αυτών δεν εξαρτώνται μόνο από οικονομικά μεγέθη, αλλά και από την ετοιμότητα της εκάστοτε κοινωνίας στην ορθή εφαρμογή κοινωνικών, πολιτιστικών και πολιτικών αξιών.

(Προτάσεις εφαρμογής βέλτιστων πρακτικών)

Βέλτιστες πρακτικές που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν για την προώθηση των περιφερειακών μέσων με βάση την ευρωπαϊκή εμπειρία και στην Ελλάδα, είναι η δημιουργία συνθηκών που θα εγγυώνται λιγότερη γραφειοκρατία, με άρση των εμποδίων για την αδειοδότηση των περιφερειακών ΜΜΕ και θα είναι προσαρμοσμένες στο αντικείμενο που τα εκάστοτε ΜΜΕ υπηρετούν. Στο πλαίσιο αυτό, είναι απαραίτητος ο διαχωρισμός των μέσων που ειδικεύονται στην ενημέρωση από τα μέσα που ασχολούνται αποκλειστικά με άλλα θέματα, όπως την πολιτιστική ή τουριστική προβολή, τα συλλογικά έντυπα ή τα έντυπα λοιπών τοπικών δραστηριοτήτων.

Είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ένας σαφής ορισμός της έννοιας του ενημερωτικού μέσου, έτσι ώστε αυτά να απολαμβάνουν και τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ιστοσελίδες και blogs θα πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να θεωρούνται ενημερωτικά (π.χ. φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, ξεκάθαρο ιδιοκτησιακό καθεστώς και νόμιμους όρους απασχόλησης προσωπικού). Ο χαρακτηρισμός «ενημερωτικό» θα πρέπει να δίδεται μόνο κατόπιν τεκμηριωμένης εξακρίβωσης τήρησης συγκεκριμένων χαρακτηριστικών.

Συγχρόνως, η ενίσχυση της εθελοντικής συμμετοχής της εκάστοτε τοπικής κοινωνίας πολιτών, ακόμη και με προγράμματα εκπαίδευσης εθελοντών στη δημοσιογραφία από επαγγελματίες, θα βοηθούσε στον εμπλουτισμό του περιεχομένου τοπικών εφημερίδων, (λ.χ. με αρθρογραφία ή τεκμηριωμένο ρεπορτάζ αναφορικά με θέματα που τις  απασχολούν άμεσα). Ταυτόχρονα, κάτι τέτοιο θα μείωνε το κόστος λειτουργίας αυτών των μέσων, καθιστώντας τα περισσότερο ανοιχτά προς την κοινωνία, ευέλικτα και δημοκρατικά.

Για τη διασφάλιση της αυτονομίας και ανεξαρτησίας των περιφερειακών μέσων, που κατά κανόνα είναι πιο ευάλωτα σε αυτόν τον τομέα από τα ΜΜΕ εθνικής εμβέλειας, απαιτούνται μέτρα που θα εξασφαλίζουν την ανεξαρτησία του συντακτικού ελέγχου και την οργανωτική του αυτονομία. Για παράδειγμα δεν πρέπει να επιτρέπεται η ανάληψη εκτελεστικού ρόλου σε τοπικό ΜΜΕ από πρόσωπο που κατέχει οποιοδήποτε πολιτικό ή διοικητικό αξίωμα. Θα πρέπει επίσης να αποφευχθεί η υπερσυγκέντρωση ΜΜΕ στα χέρια ενός ατόμου ή εταιρείας και οπωσδήποτε σε περίπτωση συμμετοχής άσχετων εταιριών με τα ΜΜΕ σε επίπεδο μετοχικού κεφαλαίου, ώστε να διασφαλίζεται κατά το δυνατό η μέγιστη  αντικειμενικότητα του μέσου και ο πλουραλισμός στην ενημέρωση.

Πέραν τούτων, θα μπορούσε να υιοθετηθεί ένα πλαίσιο οικονομικής ενίσχυσης με δίκαιη κατανομή της κρατικής επιδότησης περιφερειακών μέσων υπέρ της πολυφωνίας και του υγιούς ανταγωνισμού, που θα βασίζεται αυστηρά στο ανταποδοτικό όφελος των περιφερειακών μέσων για την κοινωνία και τους πολίτες της. Οι εν λόγω επιδοτήσεις οφείλουν να  παρέχονται με διαφανείς όρους, που θα ενισχύουν την απασχόληση, την ποιότητα και την υγιή επιχειρηματικότητα. Ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να συνδυαστεί με την τακτική αξιολόγηση από ανεξάρτητους, έγκριτους φορείς των περιφερειακών ΜΜΕ, που θα αναδεικνύουν ετησίως τα κορυφαία περιφερειακά ΜΜΕ, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να επιβραβεύονται για την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρουν. Για τη διασφάλιση του υγιή ανταγωνισμού είναι αναγκαίος ο αυστηρός έλεγχος σε όλα τα ΜΜΕ για το σεβασμό των εργασιακών δικαιωμάτων, για τη συνεπή πληρωμή μισθών και εισφορών, για τη μετεκπαίδευση και εξέλιξη του προσωπικού, για την αποδοτική χρήση πιθανών επιδοτήσεων.

Ένα ακόμα μέτρο που μπορεί να ενισχύσει τον ρόλο των περιφερειακών ΜΜΕ είναι η προώθηση του λεγόμενου γραμματισμού στη διαχείριση και χρήση των σύγχρονων μέσων επικοινωνίας (media literacy). Η έννοια του γραμματισμού αφορά την καλλιέργεια της ικανότητας πρόσβασης, ανάλυσης, αξιολόγησης και δημιουργίας μηνυμάτων σε μια ποικιλία μορφών. Προς αυτή την κατεύθυνση η Ευρωπαϊκή Ένωση Ραδιοτηλεόρασης συνιστά τη λήψη στοχευμένων μέτρων για τη γεφύρωση του ψηφιακού χάσματος, την ενημέρωση και ενδυνάμωση των δράσεων των πολιτών για τη δημοκρατία και τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος διαφάνειας και εμπιστοσύνης των πολιτών προς τα ΜΜΕ. Σε αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλει η οικονομική και τεχνολογική στήριξη των περιφερειακών ΜΜΕ από το κράτος και τους φορείς της περιφέρειας στο να ενταχθούν σε ψηφιακές πλατφόρμες, που θα είναι εύκολα προσβάσιμες. Ειδικά για τις ακριτικές περιοχές συστήνεται τέτοιου είδους δυνατότητες να χρηματοδοτούνται εξ’ ολοκλήρου κατόπιν αυστηρών ποιοτικών ελέγχων.

Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να τονιστεί ότι η υγιής ανάπτυξη των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης αποτελεί σημαντικότατο, στρατηγικό δείκτη που σηματοδοτεί εν μέρει και την ανάπτυξη της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης σε υγιείς αρχές και αξίες, που εγγυώνται τη δημοκρατία και τις ατομικές ελευθερίες. Γι’ αυτό χρειάζεται ενεργή πολιτική στήριξης των περιφερειακών και τοπικών ΜΜΕ από το κράτος.

Related Posts

Portrait of Kostas CHRYSOGONOS at the EP in Brussels

Κάτι άλλο χρειάζεται..

            Το σύμφωνο πολιτικής συμβίωσης μεταξύ των δύο γόνων των δύο εμβληματικών δυναστειών της λεγόμενης «δημοκρατικής»…