Περισσότερη αλληλεγγύη στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

0a0630ad-badc-4fff-90b1-88c58b801a3f

Καταληκτική ομιλία του Κώστα Χρυσόγονου πάνω στην έκθεσή του για τον έλεγχο εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ. που σημείωσε μεταξύ άλλων πως η ΕΕ βρίσκεται σήμερα σε μία κατάσταση αμφιβολίας για το μέλλον της.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους συναδέλφους τόσο της μεγάλης πλειοψηφίας των ομιλητών που εξέφρασαν πολύ θετικά σχόλια για την έκθεσή μου, όσο και εκείνους που εξέφρασαν επικριτικές απόψεις. Διότι στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού διαλόγου οι επικρίσεις, όταν αφορούν την ουσία των ζητημάτων, μπορούν μερικές φορές να μας δώσουν την ευκαιρία για γόνιμο προβληματισμό.
Η ουσία του πράγματος είναι ότι η ΕΕ βρίσκεται σήμερα σε μία κατάσταση αμφιβολίας για το μέλλον της. Πριν από λίγο καιρό ένα κράτος μέλος για πρώτη φορά αποφάσισε να αποχωρήσει με την ψήφο των πολιτών του. H αμφισβήτηση όμως δεν περιορίζεται σε αυτό το κράτος μέλος. Είναι φανερό ότι μεγάλη μερίδα Ευρωπαίων πολιτών αισθάνεται πως οι πολιτικές της Ένωσης δεν εξυπηρετούν επαρκώς τον στόχο της κοινής ευημερίας των λαών της, τον οποίο εξαγγέλλει η ιδρυτική της Συνθήκη.
Τις ανησυχίες αυτές των πολιτών πρέπει η Ένωση να τις αντιμετωπίσει σοβαρά. Κατά την άποψή μου, ο δρόμος για να τις αντιμετωπίσει είναι να υπάρξει μεγαλύτερη προσήλωση στο πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο, στις συνθήκες και ιδίως στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, με έμφαση, θα σας έλεγα, στα κοινωνικά δικαιώματα. Στο δικαίωμα για υγεία, στο δικαίωμα για παιδεία, στο δικαίωμα για εργασία, στο δικαίωμα για κοινωνική ασφάλιση και γενικότερα στα δικαιώματα αξιοπρεπούς διαβίωσης των ανθρώπων. Προκειμένου να συμβεί αυτό χρειάζεται περισσότερη αλληλεγγύη τόσο μεταξύ των κρατών μελών, όσο και στο εσωτερικό των κοινωνιών, με αναδιανομή από τους έχοντες προς τους μη έχοντες και όχι το αντίστροφο, όπως σε μεγάλο βαθμό συμβαίνει σήμερα.

Απολογιστική συνέντευξη των ευρωβουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ

Όχι στην επιλεκτική εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου

Νωρίτερα, ο ευρωβουλευτής Κ. Χρυσόγονος, ανέφερε προς τα μέλη της επιτροπής:

Κύριες και κύριοι ευρωβουλευτές,

Θέλω, αρχικά, να εκφράσω τις θερμότερες ευχαριστίες μου σε όλα τα μέλη της Επιτροπής Νομικών Υποθέσεων που συνέβαλαν να ολοκληρωθεί η σύνταξη της παρούσας έκθεσης. Ο τακτικός και συνεπής έλεγχος της εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου έχει καίρια σημασία για την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών της ΕΕ και για τη βελτίωση των αδυναμιών της. Η σχετική έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επικεντρώνει την προσοχή της στην τυπική εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας από τα κράτη-μέλη. Από την άλλη πλευρά όμως, φαίνεται ότι αγνοεί ουσιαστικούς κινδύνους παραβίασης των θεμελιωδών ευρωπαϊκών αρχών και αξιών, που έχουν εμφιλοχωρήσει σε πρακτικές των οργάνων και της ίδιας της Ένωσης. Οι κίνδυνοι αυτοί οφείλουν να επισημανθούν, αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά προκλήσεις του μέλλοντος.
Οι βασικοί τομείς, που η έκθεση της Επιτροπής καταγράφει ότι σημειώθηκαν οι περισσότερες διαδικασίες για παραβάσεις κατά κρατών μελών λόγω καθυστερημένης μεταφοράς ευρωπαϊκών κανόνων στο εσωτερικό τους το 2015 είναι οι τομείς της κινητικότητας και των μεταφορών, της ενέργειας και του περιβάλλοντος. Αν και το έτος 2015, για πρώτη φορά από το 2011, ο αριθμός των νέων καταγγελιών πιθανών παραβιάσεων του ευρωπαϊκού δικαίου παρουσιάζεται μειωμένος, εκφράζονται ανησυχίες ότι σημαντικός αριθμός νέων καταγγελιών αφορά ευαίσθητους τομείς, όπως της απασχόλησης, των κοινωνικών υποθέσεων, της κοινωνικής ένταξης, της επιχειρηματικότητας και της δικαιοσύνης.
Η ευθύνη των κρατών-μελών για την ορθή υλοποίηση και εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ δεν απαλλάσσει σε καμιά περίπτωση τα θεσμικά όργανα της ΕΕ από το καθήκον τους να τηρούν το ενωσιακό δίκαιο και να ενεργούν με βάση αυτό. Οι θεσμοί της ΕΕ, ακόμη και όταν δρουν ως μέλη μιας ομάδας διεθνών δανειστών, δεσμεύονται από τις Συνθήκες της ΕΕ και από τη Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Η πρακτική ενωσιακών θεσμών να υπογράφουν ως δανειστές μνημονιακές συμφωνίες με κράτη-μέλη, βάσει των οποίων αυτά αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εφαρμόσουν επαχθή μέτρα λιτότητας, χωρίς αυτές οι συμφωνίες να υπάγονται στο ευρωπαϊκό δίκαιο, είναι κατακριτέα.
Επαχθή μέτρα, όπως συνεχείς περικοπές μισθών και συντάξεων, συνεχείς αυξήσεις φόρων και εισφορών που απορρέουν από αυτές τις συμφωνίες, και σε ορισμένες περιπτώσεις παραβιάζουν και συνταγματικά δικαιώματα, στερούνται βασικών προστατευτικών δικλείδων που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο και η ενσωματωμένη σε αυτό Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Επισημαίνεται ακόμη ότι εξαιτίας της επιβολής ουσιαστικών περικοπών στη Διοίκηση, τη Δικαιοσύνη, την Υγεία, την κοινωνική Πρόνοια μέσω τέτοιων μέτρων υποχωρεί τελικά η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, όπως το δικαίωμα στην υγεία, την εργασία, την αξιοπρέπεια και εν γένει υπονομεύεται το κοινωνικό κράτος. Τέτοιες πρακτικές δεν συνάδουν συνεπώς με το νομικό πολιτισμό της ΕΕ.
Συγχρόνως πρέπει να υπογραμμιστεί και το έλλειμμα εφαρμογής των κανόνων που διέπουν το άσυλο και τη μετανάστευση από τρίτες χώρες στην ΕΕ. Τούτο ισχύει ιδίως για τον μηχανισμό μετεγκατάστασης προσφύγων, καθώς ορισμένα κράτη-μέλη δεν τηρούν την εν λόγω συμφωνία, με αποτέλεσμα η Ελλάδα μαζί με την Ιταλία να επωμίζονται δυσανάλογα το βάρος των μεταναστευτικών ροών από την Αφρική και την Ασία προς την Ευρώπη. Έτσι όμως υπονομεύεται η θεμελιώδης αρχή της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και συνεργασίας και πλήττεται το κύρος της ΕΕ.
Η εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου πρέπει να είναι συνολική και όχι επιλεκτική, αν η Ένωση θέλει να πείσει τους πολίτες ότι σέβεται τις θεμελιώδεις αρχές της και έτσι να βελτιώσει τις μακροπρόθεσμες προοπτικές βιωσιμότητάς της.

Δείτε το βίντεο της ομιλίας εδώ:
https://youtu.be/eolEJ9EagAo