Τι πραγματικά συνέβη με τη σύλληψη των δύο στρατιωτικών από τους Τούρκους

Μετά την τρικυμία η γαλήνη. Κάπως έτσι θα μπορούσε να περιγράψει κάποιος την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, αναφορικώς με το θέμα της συλλήψεως από τις τουρκικές αρχές των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, οι οποίοι περίπου στις 14:30 της 1ης Μαρτίου από λάθος στον προσανατολισμό τους εισήλθαν στο τουρκικό έδαφος, ενώ εκτελούσαν περιπολία, στην περιοχή του δάσους των Καστανιών στο Βόρειο Έβρο.

Φυσικά αυτή η επικρατούσα «γαλήνη» είναι επιφανειακή, υπό την έννοια ότι τώρα πλέον το περιστατικό αυτό έχει ξεφύγει πλέον από τα όρια του ΓΕΣ και του ΥΠΕΘΑ και έχει περάσει αποκλειστικώς πλέον στο υπουργείο Εξωτερικών.

Από τη στιγμή που οι δύο Έλληνες στρατιωτικοί είναι ακόμα στις τουρκικές φυλακές και επομένως δεν γνωρίζουμε και τη δική του άποψη για το συμβάν, δεν υπεισερχόμαστε σε ΚΑΜΙΑ «σεναριολογία» και σε καμία κριτική από σεβασμό προς τα πρόσωπά τους και την κατάσταση ουσιαστικής «ομηρίας» στην οποία βρίσκονται στις τουρκικές φυλακές.

Θα προσπαθήσουμε ωστόσο να απαντήσουμε σε ορισμένα καίρια ερωτήματα που υπάρχουν, και τα οποία έχουμε θέσει σε υψηλόβαθμες στρατιωτικές πηγές από τις οποίες έχουμε λάβει συγκεκριμένες απαντήσεις υπό καθεστώς ανωνυμίας φυσικά, αφού η κατάσταση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Ερώτημα πρώτο: Ποια είναι η σημερινή κατάσταση των δύο στρατιωτικών και αν υπάρχει επαφή της Ελληνικής πλευράς μαζί τους.

Οι δύο στρατιωτικοί είναι καλά στην υγεία τους, η επαφή πραγματοποιείται μόνο μέσω της Ελληνίδος Γενικής Προξένου Αδριανουπόλεως, η οποία τους έχει διαθέσει και νομική προστασία με δικηγόρο του Γεν.Προξενίου μας, ενώ και ο Έλληνας Ακόλουθος Αμύνης Αγκύρας (ΑΚΑΜ) είναι σε συνεχή ανοικτή γραμμή μαζί της, λειτουργώντας ως ένα είδος «στρατιωτικού συμβούλου» αυτής. Συμφώνως με τις ως τώρα πληροφορίες οι δύο Έλληνες στρατιωτικοί αμέσως μετά την παρουσία τους στη 2η Διοίκηση Στρατοχωροφυλακής Αδριανουπόλεως που μεταφέρθηκαν από το Στρατό, πέρασαν από ιατρικές εξετάσεις σε δημόσιο νοσοκομείο της πόλεως, ώστε οι Τούρκοι να έχουν ένα – τυπικό – επίσημο χαρτί για την κατάσταση της υγείας τους μόλις πέρασαν επισήμως πλέον υπό την τουρκική Δικαιοσύνη. Πρακτικώς αυτό γίνεται για να είναι τυπικώς κατοχυρωμένοι και για να μην υποστηριχθεί εκ των υστέρων ότι τα δύο στελέχη μας έχουν τραυματιστεί κατά τη σύλληψη κλπ.

Ερώτημα δεύτερο: Γιατί ενώ μέχρι τώρα παρόμοια περιστατικά επιλύονταν σε τοπικό επίπεδο διοικητών και σε σύντομο χρονικό διάστημα γινόταν οι επιστροφή των Ελλήνων ή Τούρκων στρατιωτών που είχαν κατά λάθος μπει στο έδαφος αλλήλων, τώρα υπήρξε αυτή η εξέλιξη;

Δεν πρέπει να ξεχνούμε, υποστηρίζουν πάντα οι ίδιες υψηλόβαθμες στρατιωτικές πηγές, ότι από τον Ιούλιο του 2016 και εντεύθεν στην Τουρκία έχει επιβληθεί από τον Ερντογάν στρατιωτικός νόμος, ο οποίος ανανεώνεται ανά εξάμηνο, όταν εξετάζεται αν έχει βελτιωθεί ή όχι η κατάσταση. Επομένως, προηγουμένως, που δεν υπήρχε στρατιωτικός νόμος και η κατάσταση ήταν πιο «χαλαρή» υπήρχε και

παρόμοια δυνατότητα από πλευράς των τοπικών τουρκικών αρχών και το κάθε παρόμοιο επεισόδιο επιλύετο σε αυτό το χαμηλό επίπεδο. Με τον στρατιωτικό νόμο όμως σε πλήρη ισχύ και με το καθεστώς Ερντογάν ακόμα και σήμερα να διώκει στρατιωτικούς και λοιπούς δημόσιους υπαλλήλους ως «Γκιουλενιστές» κανένας στρατιωτικός, δικαστικός ή στρατοχωροφύλακας δεν θέλει να ρισκάρει την καριέρα του ή τη ζωή του. Ως τώρα δε ακολουθείται από τουρκικής πλευράς αυστηρώς το τυπικό που προβλέπεται από τα ισχύοντα πρωτόκολλα. Με μόνη ίσως – χτυπητή – εξαίρεση, το πέρασμα χειδοπέδων στα χέρια των δύο ΕΝ ΣΤΟΛΗ στρατιωτικών μιας γειτονικής χώρας, «φίλης και συμμάχου» στο ΝΑΤΟ! Αυτό κρίνεται από τους Έλληνες στρατιωτικούς ως «απαράδεκτο και αντιεπαγγελματικό». Προσθέτοντας ότι αυτό δεν έγινε από Τούρκους στρατιωτικούς αλλά από Στρατοχωροφύλακες. Εμείς απλώς να σημειώσουμε ότι μετά το πραξικόπημα στη γείτονα, ο Ερντογάν «μετέφερε» τη Στρατοχωροφυλακή και την Ακτοφυλακή από το υπουργείο Αμύνης και τις Ένοπλες Δυνάμεις, όπου υπάγονταν ως τότε αποτελώντας τον τέταρτο και τον πέμπτο κλάδο των τουρκικών ΕΔ, στο υπουργείο Εσωτερικών, προφανώς για να μειώσει την ισχύ του Τούρκου Γενικού Επιτελάρχη στο εσωτερικό της χώρας!

Ερώτηση τρίτη: Πότε πληροφορήθηκε η Ελλάδα το περιστατικό;

Από κορυφαία στρατιωτική πηγή που ρωτήθηκε σχετικώς μας απάντησε ότι η Ελλάδα πληροφορήθηκε το περιστατικό σχεδόν αμέσως μετά τη σύλληψη των δύο στρατιωτικών μας, όταν οι Τούρκοι τους επέτρεψαν να τηλεφωνήσουν οι ίδιοι με τα κινητά τους και να ενημερώσουν τον διοικητή τους ότι έχουν περάσει στο τουρκικό έδαφος, ότι είναι καλά στην υγεία τους και ότι έχουν συλληφθεί από τους Τούρκος. Μετά από αυτό οι Τούρκοι τους κατάσχεσαν τα κινητά.

Ερώτηση τέταρτη: Τότε γιατί η Ελληνική πλευρά δημοσιοποίησε το περιστατικό το πρωί της Παρασκευής 2 Μαρτίου;

Η ελληνική πλευρά υποστηρίζει ότι η ελληνική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΘΑ και των Εν.Δυνάμεων ενημερώθηκε αμέσως για το συμβάν και με τη σειρά της η πολιτική ηγεσία ενημέρωσε τον πρωθυπουργό. Ωστόσο αποφασίστηκε όπως κρατηθούν «χαμηλά οι τόνοι» αφού ως τότε είχαν αναλάβει την επικοινωνία οι συνήθεις – σε τέτοιες περιπτώσεις – «στρατιωτικοί δίαυλοι», που όταν λειτουργούσαν το επεισόδιο τέλειωνε σε λιγότερες από 24 ώρες. Από τη στιγμή που η κατάσταση ξέφυγε – από τουρκικής πλευράς – από το υπηρεσιακό στρατιωτικό επίπεδο, τότε αποφασίστηκε η δημοσιοποίηση του γεγονότος με την επίσημη ανακοίνωση του ΓΕΣ. Οι δικές μας πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι, επειδή το θέμα είχε «φύγει» πλέον από το στρατιωτικό επίπεδο και είχε περάσει ως μείζον εθνικό θέμα σε πολιτικό/διπλωματικό, η προαναφερθείσα ανακοίνωση είχε άλλο – πιο «έμπειρο» σε πολιτικά και διπλωματικά θέματα και ορολογία, συγγραφέα.

Ερώτηση πέμπτη: Τι ρόλο έπαιξαν οι δύο τηλεφωνικές επικοινωνίες των αρχηγών;

Η πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία με τη λεγόμενη «κόκκινη γραμμή», που φυσικά δεν είναι «κόκκινη» απλώς είναι τα προσωπικά κινητά των δύο αρχηγών που γνωρίζει ο ένας του άλλου, έγινε με πρωτοβουλία του Έλληνος αρχηγού ΓΕΕΘΑ Ναυάρχου Ευ.Αποστολάκη ΠΝ την Πέμπτη 1η Μαρτίου και ΠΡΙΝ δημοσιοποιηθεί το συμβάν. Συμφώνως με τις πληροφορίες ο Τούρκος αρχηγός του Γενικού Επιτελείου στρατηγός Ακάρ, ο οποίος βρισκόταν μαζί με τον πρόεδρο Ερντογάν στη Σενεγάλη, δεν «γνώριζε» το περιστατικό, ζήτησε λίγο χρόνο για να ενημερωθεί, και θα επικοινωνούσε εκείνος μαζί του πλέον. Όπερ και εγένετο. Η δεύτερη επικοινωνία πραγματοποιήθηκε χθες Παρασκευή 2 Μαρτίου. Το όλο κλίμα από τις επαφές αυτές κρίνεται ως «πολύ καλό και ενθαρρυντικό», καθώς διεμηνύθη ότι θα ακολουθηθούν πλέον οι τελείως τυπικές διαδικασίες και όλα θα πάνε καλά. Αναμένεται επομένως η προσεχής Δευτέρα 5 Μαρτίου, όταν τα δύο στελέχη του Στρατού μας παρουσιαστούν ενώπιον της τουρκικής Δικαιοσύνης και δούμε πως θα εξελιχθεί η κατάσταση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από την πρώτη στιγμή που δημοσιοποιήθηκε το γεγονός ο Στρατός, συμφώνως με πηγή του ΓΕΣ, έχει παράξει στις οικογένειες των δύο στρατιωτικών ψυχολογική και άλλη υποστήριξη από εξειδικευμένα ανώτερα στρατιωτικά στελέχη του.

ΠΗΓΗ: parapolitika